disclosed
dis
dɪs
dis
closed
ˈkləʊzd
klewzd
disposed

Ορισμός και σημασία του "disclosed"στα αγγλικά

01

αποκαλυφθείς, γνωστοποιημένος

(of information or details) revealed or made known to others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disclosed
συγκριτικός βαθμός
more disclosed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The report contains previously disclosed financial information. 

Η έκθεση περιέχει προηγουμένως αποκαλυφθείσες οικονομικές πληροφορίες.

Λεξικό Δέντρο

undisclosed
disclosed
closed
close
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store