Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disastrously
01
καταστροφικά, ολέθρια
in an extremely unsuccessful or unfortunate way
Παραδείγματα
The military campaign ended disastrously, with significant losses and no strategic gains.
Η στρατιωτική εκστρατεία τελείωσε καταστροφικά, με σημαντικές απώλειες και κανένα στρατηγικό όφελος.
02
καταστροφικά
in a disastrous manner
Λεξικό Δέντρο
disastrously
disastrous
disaster



























