Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disastrously
01
καταστροφικά, ολέθρια
in an extremely unsuccessful or unfortunate way
Παραδείγματα
The decision to ignore environmental regulations proved disastrously, leading to widespread pollution.
Η απόφαση να αγνοηθούν οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί αποδείχθηκε καταστροφική, οδηγώντας σε εκτεταμένη ρύπανση.
02
καταστροφικά
in a disastrous manner
γραμματικές πληροφορίες
Λεξικό Δέντρο
disastrously
disastrous
disaster



























