Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disapproving
01
αποδοκιμαστικός, καταδικαστικός
expressing a negative opinion or lack of approval about something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disapproving
συγκριτικός βαθμός
more disapproving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her disapproving comment on the movie left no doubt that she did n't enjoy it.
Το αποδοκιμαστικό σχόλιό της για την ταινία δεν άφησε αμφιβολία ότι δεν την απολάμβανε.
Λεξικό Δέντρο
disapproving
approving
approve



























