Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
directed
01
κατευθυνόμενος, προσανατολισμένος
(often used in combination) having a specified direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most directed
συγκριτικός βαθμός
more directed
διαβαθμίσιμο
02
σκηνοθετημένος, κατευθυνόμενος
supervised, guided, or managed by someone
Παραδείγματα
The award-winning film was directed by a renowned filmmaker known for his unique storytelling style and visual artistry.
Η βραβευμένη ταινία σκηνοθετήθηκε από έναν διακεκριμένο σκηνοθέτη γνωστό για το μοναδικό στυλ αφήγησης και την οπτική του τέχνη.
Λεξικό Δέντρο
undirected
directed
direct



























