alleged
a
ə
ē
lleged
ˈlɛʤd
lejd
fledgedpledgedwedgedhedged

Ορισμός και σημασία του "alleged"στα αγγλικά

01

υποτιθέμενος, κατηγορούμενος

(of a person) accused or suspected of a crime or wrongdoing, but without proof or confirmation of guilt 
alleged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, accusation, evidence
Παραδείγματα
The alleged thief was arrested but had not been convicted in court. 

Ο κατηγορούμενος κλέφτης συνελήφθη αλλά δεν είχε καταδικαστεί στο δικαστήριο.

02

υποτιθέμενος, τεθειμένος

asserted or claimed to be true, but not yet proven 
Παραδείγματα
He was questioned about his role in the alleged conspiracy. 

Αναζητήθηκε για το ρόλο του στη δήθεν συνωμοσία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

allegedly
alleged
allege
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store