Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dimly
01
αμυδρά, ασθενώς
with a faint or soft light
Παραδείγματα
The moon shone dimly through the clouds, casting a gentle light.
Το φεγγάρι έλαμπε αμυδρά μέσα από τα σύννεφα, ρίχνοντας ένα απαλό φως.
02
αμυδρά, σαφώς
in a manner that conveys vague awareness or partial understanding
Παραδείγματα
They dimly grasped the concept but could n't explain it.
Κατάλαβαν αόριστα την έννοια αλλά δεν μπορούσαν να την εξηγήσουν.
03
με αποδοκιμασία, χωρίς ενθουσιασμό
in a manner suggesting disapproval or lack of enthusiasm
Παραδείγματα
The board viewed the suggestion dimly, citing past failures.
Το διοικητικό συμβούλιο είδε την πρόταση με δυσπιστία, αναφέροντας προηγούμενες αποτυχίες.
Λεξικό Δέντρο
dimly
dim



























