Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diligence
01
επιμέλεια, φιλοπονία
persistent effort or attention towards a task or goal
Παραδείγματα
Diligence in maintaining the equipment prevented any breakdowns during the operation.
Η επιμέλεια στη συντήρηση του εξοπλισμού απέτρεψε οποιαδήποτε βλάβη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.
02
δίλιζα
a horse-drawn carriage used for public transportation
Λεξικό Δέντρο
diligence
dilig



























