Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diligent
01
επίμονος, επιμελής
consistently putting in the necessary time and energy to achieve one's goals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diligent
συγκριτικός βαθμός
more diligent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
work, behavior, character
Παραδείγματα
His diligent work ethic helped him excel in his career.
Η επίμονη εργασιακή του ηθική τον βοήθησε να διακριθεί στην καριέρα του.
02
επίμετρος, προσεκτικός
steadily persevering with care, precision, or attention to detail
Παραδείγματα
She was diligent in checking every number in the financial report.
Ήταν επίμονη στον έλεγχο κάθε αριθμού στην οικονομική έκθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
diligently
diligent
dilig



























