to dilate
Pronunciation
/ˌdaɪˈɫeɪt/

Ορισμός και σημασία του "dilate"στα αγγλικά

to dilate
01

διαστέλλω, διευρύνω

to increase in size or width
Intransitive
to dilate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
dilates
ενεστώτα μετοχή
dilating
απλός αόριστος
dilated
παθητική μετοχή
dilated
Παραδείγματα
By the end of the experiment, the researcher will have observed how the material dilates under various conditions.
Στο τέλος του πειράματος, ο ερευνητής θα έχει παρατηρήσει πώς το υλικό διαστέλλεται υπό διάφορες συνθήκες.
02

αναλύω εκτενώς, εκμηκύνομαι

to speak extensively or at length
Intransitive: to dilate upon a topic
Παραδείγματα
During the debate, the expert dilated upon the implications of climate change.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο ειδικός εξήγγειλε εκτενώς τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Λεξικό Δέντρο

dilater
dilation
dilator
dilate
dil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store