Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dilate
01
διαστέλλω, διευρύνω
to increase in size or width
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
dilates
ενεστώτα μετοχή
dilating
απλός αόριστος
dilated
παθητική μετοχή
dilated
Παραδείγματα
The pupils of the eyes dilate in low light conditions.
Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται σε συνθήκες αδύναμου φωτός.
02
αναλύω εκτενώς, εκμηκύνομαι
to speak extensively or at length
Intransitive: to dilate upon a topic
Παραδείγματα
During the interview, the author dilated upon the inspiration behind their latest book.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο συγγραφέας εξήγησε εκτενώς την έμπνευση πίσω από το τελευταίο του βιβλίο.
Λεξικό Δέντρο
dilater
dilation
dilator
dilate
dil



























