Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dilate
01
διαστέλλω, διευρύνω
to increase in size or width
Intransitive
Παραδείγματα
By the end of the experiment, the researcher will have observed how the material dilates under various conditions.
Στο τέλος του πειράματος, ο ερευνητής θα έχει παρατηρήσει πώς το υλικό διαστέλλεται υπό διάφορες συνθήκες.
02
αναλύω εκτενώς, εκμηκύνομαι
to speak extensively or at length
Intransitive: to dilate upon a topic
Παραδείγματα
During the debate, the expert dilated upon the implications of climate change.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο ειδικός εξήγγειλε εκτενώς τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Λεξικό Δέντρο
dilater
dilation
dilator
dilate
dil



























