diktat
dik
ˈdɪk
dik
tat
tæt
tāt

Ορισμός και σημασία του "diktat"στα αγγλικά

01

διάταγμα

a legally binding command or decision that is issued by someone of an authority 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diktats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store