Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dilapidate
01
καταρρέω, πέφτω σε ερείπιο
fall into decay or ruin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dilapidate
γ΄ ενικό πρόσωπο
dilapidates
ενεστώτα μετοχή
dilapidating
απλός αόριστος
dilapidated
παθητική μετοχή
dilapidated
02
καταστρέφω, αφήνω να παρακμάσει
bring into a condition of decay or partial ruin by neglect or misuse
Λεξικό Δέντρο
dilapidated
dilapidation
dilapidate



























