to dignify
dig
ˈdɪg
dig
ni
ni
fy
faɪ
fai
dignity

Ορισμός και σημασία του "dignify"στα αγγλικά

to dignify
01

τιμώ, προσδίδω αξιοπρέπεια

to give someone or something a sense of worth, honor, or respect 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dignify
γ΄ ενικό πρόσωπο
dignifies
ενεστώτα μετοχή
dignifying
απλός αόριστος
dignified
παθητική μετοχή
dignified
Παραδείγματα
The award helped to dignify his years of hard work. 

Το βραβείο βοήθησε να τιμηθούν τα χρόνια της σκληρής δουλειάς του.

02

εξευγενίζω, ανυψώνω το status

raise the status of 

Λεξικό Δέντρο

dignified
dignifying
dignify
dign
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store