Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diffuser
01
διαχύτης, οπτική συσκευή για ομοιόμορφη κατανομή φωτός
optical device that distributes the light of a lamp evenly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
diffusers
02
διαχύτης, σκεδαστής ηχητικών κυμάτων
a device that disperses sound waves to enhance acoustic quality in a room or performance area
Παραδείγματα
The concert hall was equipped with diffusers on the ceiling to scatter sound waves and minimize echoes during performances.
Η αίθουσα συναυλιών ήταν εξοπλισμένη με διάχυτες στην οροφή για να διασπείρει τα ηχητικά κύματα και να ελαχιστοποιήσει τις ηχώ κατά τις παραστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
diffuser
diffuse



























