Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diffident
01
ντροπαλός, συνεσταλμένος
having low self-confidence
Παραδείγματα
Her diffident behavior at the party made her seem distant, though she was simply shy.
Η δειλή συμπεριφορά της στο πάρτι την έκανε να φαίνεται απόμακρη, αν και ήταν απλώς ντροπαλή.
02
ντροπαλός, συνεσταλμένος
showing modest reserve
Λεξικό Δέντρο
diffidently
diffident
diffid



























