diffident
Pronunciation
/dˈɪfɪdənt/

Ορισμός και σημασία του "diffident"στα αγγλικά

01

ντροπαλός, συνεσταλμένος

having low self-confidence
diffident definition and meaning
Παραδείγματα
Her diffident behavior at the party made her seem distant, though she was simply shy.
Η δειλή συμπεριφορά της στο πάρτι την έκανε να φαίνεται απόμακρη, αν και ήταν απλώς ντροπαλή.
02

ντροπαλός, συνεσταλμένος

showing modest reserve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diffident
συγκριτικός βαθμός
more diffident
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store