Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
all-encompassing
01
ολοκληρωμένος, περιεκτικός
including or covering everything or all aspects within a particular range or category
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most all-encompassing
συγκριτικός βαθμός
more all-encompassing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new app offers an all-encompassing solution for managing personal finances.
Η νέα εφαρμογή προσφέρει μια ολοκληρωμένη λύση για τη διαχείριση προσωπικών οικονομικών.



























