Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
all-encompassing
01
ολοκληρωμένος, περιεκτικός
including or covering everything or all aspects within a particular range or category
Παραδείγματα
The company 's strategy is all-encompassing, focusing on innovation, customer satisfaction, and sustainability.
Η στρατηγική της εταιρείας είναι ολοκληρωμένη, επικεντρωμένη στην καινοτομία, την ικανοποίηση των πελατών και τη βιωσιμότητα.



























