dictator
dic
dɪk
ντικ
ta
ˈteɪ
τει
tor
τα

Ορισμός και σημασία του "dictator"στα αγγλικά

01

δικτάτορας, τύραννος

a ruler that has total power over a state, particularly a ruler who gained power through force 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dictators
Παραδείγματα
The dictator imposed strict censorship laws to suppress any opposition to his regime. 

Ο δικτάτορας επέβαλε αυστηρούς νόμους λογοκρισίας για να καταστείλει οποιαδήποτε αντιπολίτευση στο καθεστώς του.

02

δικτάτορας, τύραννος

someone who behaves in a tyrannical or domineering manner 
Παραδείγματα
The coach was a dictator, enforcing strict rules on the team. 

Ο προπονητής ήταν ένας δικτάτορας, επιβάλλοντας αυστηρούς κανόνες στην ομάδα.

03

απαγγελέας, ομιλητής που υπαγορεύει

a speaker who dictates text to a secretary or recording device 
Παραδείγματα
The author served as a dictator while the secretary typed the manuscript. 

Ο συγγραφέας υπηρέτησε ως αυταρχικός ενώ η γραμματέας πληκτρολογούσε το χειρόγραφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dictatorial
dictatorship
dictator
dictate
dict
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store