Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
all-embracing
01
ολοκληρωτικός, περιεκτικός
comprehensive and wide-ranging in scope, covering or including everything within a particular context
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most all-embracing
συγκριτικός βαθμός
more all-embracing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their plan was ambitious and all-embracing, aiming to reform education, healthcare, and housing simultaneously.
Το σχέδιό τους ήταν φιλόδοξο και ολοκληρωμένο, με στόχο να μεταρρυθμίσει ταυτόχρονα την εκπαίδευση, την υγεία και τη στέγαση.



























