diametric
Pronunciation
/dˌaɪəmˈɛtɹɪk/

Ορισμός και σημασία του "diametric"στα αγγλικά

01

διαμετρικός, σχετικός με τη διάμετρο

related to or along a diameter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

διαμετρικός, αντίθετος

characterizing two things that are completely opposite or at extreme ends
Παραδείγματα
His calm demeanor was diametric to her energetic personality.
Η ήρεμη συμπεριφορά του ήταν διαμετρικά αντίθετη με την ενεργητική της προσωπικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store