Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diametric
01
διαμετρικός, σχετικός με τη διάμετρο
related to or along a diameter
02
διαμετρικός, αντίθετος
characterizing two things that are completely opposite or at extreme ends
Παραδείγματα
His calm demeanor was diametric to her energetic personality.
Η ήρεμη συμπεριφορά του ήταν διαμετρικά αντίθετη με την ενεργητική της προσωπικότητα.



























