Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
polar
01
πολικός, αρκτικός/ανταρκτικός
relating to the regions near the Earth's North and South Poles
Παραδείγματα
Antarctica is a continent located within the Antarctic polar region.
Η Ανταρκτική είναι μια ήπειρος που βρίσκεται εντός της ανταρκτικής πολικής περιοχής.
02
πολικός, παγωμένος
extremely cold, icy, or characteristic of the Arctic or Antarctic regions
Παραδείγματα
The wind brought a polar chill, making the entire city feel like an icebox.
Ο άνεμος έφερε ένα πολικό κρύο, κάνοντας ολόκληρη την πόλη να νιώθει σαν ένα ψυγείο.
03
πολικός, αντιθετικός
characterized by extreme opposition or contrast
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most polar
συγκριτικός βαθμός
more polar
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their opinions on the issue were polar, with no common ground.
Οι απόψεις τους για το θέμα ήταν πολικές, χωρίς κοινό έδαφος.
04
χύνω, ρίχνω
pour out
05
πολικός, διπολικός
having a pair of equal and opposite charges
06
πολικός, αρκτικός/ανταρκτικός
located at or near or coming from the earth's poles
07
κρίσιμος, καθοριστικός
being of crucial importance
Λεξικό Δέντρο
bipolar
nonpolar
polar
pole



























