diametrical
dia
ˌdaɪə
νταιε
met
ˈmɛt
μετ
ri
ρι
cal
kəl
καλ
diametral

Ορισμός και σημασία του "diametrical"στα αγγλικά

diametrical
01

διαμετρικός, σχετικός με τη διάμετρο

related to or along a diameter 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geometry, mathematics, measurement
02

διαμετρικός, αντίθετος

relating to two things that are directly opposite or at extreme ends 
Παραδείγματα
Their views on the subject were diametrical, making compromise impossible. 

Οι απόψεις τους για το θέμα ήταν διαμετρικά αντίθετες, κάνοντας αδύνατη οποιαδήποτε συμβιβασμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

diametrically
diametrical
diameter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store