Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diametrical
01
διαμετρικός, σχετικός με τη διάμετρο
related to or along a diameter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their views on the subject were diametrical, making compromise impossible.
Οι απόψεις τους για το θέμα ήταν διαμετρικά αντίθετες, κάνοντας αδύνατη οποιαδήποτε συμβιβασμό.
Λεξικό Δέντρο
diametrically
diametrical
diameter



























