Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diametrical
01
διαμετρικός, σχετικός με τη διάμετρο
related to or along a diameter
Λεξικό Δέντρο
diametrically
diametrical
diameter
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαμετρικός, σχετικός με τη διάμετρο
Λεξικό Δέντρο