Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polarity
01
πολικότητα, αντίθεση
the opposition between two opinions, tendencies, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polarities
02
πολικότητα, πολωση
having an indicated pole (as the distinction between positive and negative electric charges)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
polarity
polar



























