Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to polarize
01
πολωτίζω, πολωτίζω το φως
to cause light or other electromagnetic waves to vibrate in a specific direction or plane
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
polarize
γ΄ ενικό πρόσωπο
polarizes
ενεστώτα μετοχή
polarizing
απλός αόριστος
polarized
παθητική μετοχή
polarized
Παραδείγματα
The filter polarizes sunlight, reducing glare from reflective surfaces.
Το φίλτρο πολώνει το φως του ήλιου, μειώνοντας τον εκτυφλωτισμό από τις ανακλαστικές επιφάνειες.
02
πολωτίζω, χωρίζομαι σε δύο αντίθετες ομάδες
to be divided into two opposing groups
Παραδείγματα
Society is polarizing along ideological lines.
Η κοινωνία πολωρίζεται κατά μήκος ιδεολογικών γραμμών.
03
πολωτίζω, χωρίζω
to cause something or someone to split into opposing groups
Παραδείγματα
Her speech will polarize the audience.
Η ομιλία της θα πολωθεί το κοινό.
Λεξικό Δέντρο
depolarize
polarized
polarize
polar



























