devitalize
de
di:
ντη
vi
vaɪ
βαι
ta
τα
lize
laɪz
λαιζ
/dɪvˈaɪtəlˌaɪz/
devitalise

Ορισμός και σημασία του "devitalize"στα αγγλικά

to devitalize
01

αποδυναμώνω, στερώ ζωτικότητα

to take strength, energy, or life out of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
devitalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
devitalizes
ενεστώτα μετοχή
devitalizing
απλός αόριστος
devitalized
παθητική μετοχή
devitalized

Λεξικό Δέντρο

devitalize
vitalize
vital
vit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store