Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to devitalize
01
αποδυναμώνω, στερώ ζωτικότητα
to take strength, energy, or life out of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
devitalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
devitalizes
ενεστώτα μετοχή
devitalizing
απλός αόριστος
devitalized
παθητική μετοχή
devitalized
Λεξικό Δέντρο
devitalize
vitalize
vital
vit



























