Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Devolution
01
αποκέντρωση, μεταβίβαση αρμοδιοτήτων
the transfer of power from a central government to regional or local authorities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Devolution gave Scotland more control over its laws.
Η αποκέντρωση έδωσε στη Σκωτία περισσότερο έλεγχο στους νόμους της.
02
πτώση, υποβάθμιση
the process of declining from a higher to a lower level of effective power or vitality or essential quality
Λεξικό Δέντρο
devolution
devolve



























