devolution
de
di
vo
lu
ˈlu:
loo
tion
ʃən
shēn
devotion

Ορισμός και σημασία του "devolution"στα αγγλικά

01

αποκέντρωση, μεταβίβαση αρμοδιοτήτων

the transfer of power from a central government to regional or local authorities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Devolution gave Scotland more control over its laws. 

Η αποκέντρωση έδωσε στη Σκωτία περισσότερο έλεγχο στους νόμους της.

02

πτώση, υποβάθμιση

the process of declining from a higher to a lower level of effective power or vitality or essential quality 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store