deviltry
Pronunciation
/dˈɛvɪltɹi/

Ορισμός και σημασία του "deviltry"στα αγγλικά

01

διαβολικότητα, κακοήθεια

wicked and cruel behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deviltries
02

διαβολικότητα, κακία

reckless or malicious behavior that causes discomfort or annoyance in others
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store