Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Devilfish
01
χταπόδι, διαβολόψαρο
bottom-living cephalopod having a soft oval body with eight long tentacles
02
μάντα, δαιμονοψάρο
extremely large pelagic tropical ray that feeds on plankton and small fishes; usually harmless but its size make it dangerous if harpooned
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
devilfish
03
μεσαίου μεγέθους γκριζομαύρη φάλαινα του βόρειου Ειρηνικού, μεσαίου μεγέθους γκριζομαύρο θαλάσσιο θηλαστικό του βόρειου Ειρηνικού
medium-sized greyish-black whale of the northern Pacific



























