developing
de
ντι
ve
ˈvɛ
βε
lo
λα
ping
pɪng
πινγκ
/dɪvˈɛləpɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "developing"στα αγγλικά

developing
01

αναπτυσσόμενος, αναδυόμενος

(especially of a country) growing, improving, or moving towards a more advanced state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most developing
συγκριτικός βαθμός
more developing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The education system in many developing regions is gradually improving.
Το εκπαιδευτικό σύστημα σε πολλές αναπτυσσόμενες περιοχές βελτιώνεται σταδιακά.
01

ανάπτυξη

processing a photosensitive material in order to make an image visible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store