Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
developing
01
αναπτυσσόμενος, αναδυόμενος
(especially of a country) growing, improving, or moving towards a more advanced state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most developing
συγκριτικός βαθμός
more developing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The education system in many developing regions is gradually improving.
Το εκπαιδευτικό σύστημα σε πολλές αναπτυσσόμενες περιοχές βελτιώνεται σταδιακά.
Developing
01
ανάπτυξη
processing a photosensitive material in order to make an image visible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
developing
develop



























