Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dethaw
01
αποψύχω, λιώνω
become or cause to become soft or liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dethaw
γ΄ ενικό πρόσωπο
dethaws
ενεστώτα μετοχή
dethawing
απλός αόριστος
dethawed
παθητική μετοχή
dethawed
Λεξικό Δέντρο
dethaw
thaw



























