destroyed
Pronunciation
/dɪˈstɹɔɪd/

Ορισμός και σημασία του "destroyed"στα αγγλικά

01

κατεστραμμένος, ολοσχερώς καταστραμμένος

completely ruined or severely damaged beyond repair or use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most destroyed
συγκριτικός βαθμός
more destroyed
διαβαθμίσιμο
02

κατεστραμμένος, χαλασμένος

destroyed physically or morally
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store