destitute
des
ˈdɛs
des
ti
ti
tute
tju:t
tyoot

Ορισμός και σημασία του "destitute"στα αγγλικά

01

άπορος, φτωχός

extremely poor and lacking basic necessities 
destitute definition and meaning
επίσημο
Παραδείγματα
The destitute family relied on charity for their meals. 

Η απολύτως φτωχή οικογένεια βασιζόταν στη φιλανθρωπία για τα γεύματά της.

02

στερημένος, χωρίς

lacking essential non-material needs, such as support, love, or community 
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most destitute
συγκριτικός βαθμός
more destitute
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Modern society is destitute of genuine community bonds. 

Η σύγχρονη κοινωνία είναι στερημένη από γνήσιους κοινωνικούς δεσμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store