Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destitute
01
άπορος, φτωχός
extremely poor and lacking basic necessities
Formal
Παραδείγματα
Without family support, the orphaned children were destitute and in need of care.
Χωρίς οικογενειακή στήριξη, τα ορφανά παιδιά ήταν έρημα και χρειάζονταν φροντίδα.
02
στερημένος, χωρίς
lacking essential non-material needs, such as support, love, or community
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most destitute
συγκριτικός βαθμός
more destitute
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The abandoned neighborhood seemed destitute of hope and opportunity.
Η εγκαταλελειμμένη γειτονιά φαινόταν στερημένη ελπίδας και ευκαιριών.



























