Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Despotism
01
δεσποτισμός, τυραννία
dominance through threat of punishment and violence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
δεσποτισμός, τυραννία
a form of government where a single ruler or authority exercises absolute power without checks or limitations
Παραδείγματα
The country's descent into despotism led to widespread censorship and political repression.
Η κατάβαση της χώρας στον δεσποτισμό οδήγησε σε ευρεία λογοκρισία και πολιτική καταστολή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
despotism
despot



























