despotic
des
ˈdɪs
ντισ
po
πα
tic
tɪk
τικ
/dɛspˈɒtɪk/

Ορισμός και σημασία του "despotic"στα αγγλικά

01

δεσποτικός, τυραννικός

belonging to or having the characteristics of a despot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most despotic
συγκριτικός βαθμός
more despotic
διαβαθμίσιμο
02

δεσποτικός, τυραννικός

having absolute power over people and using it unfairly
Παραδείγματα
The despotic king ruled with fear, making arbitrary decisions that affected the lives of his people.
Ο δεσποτικός βασιλιάς κυβερνούσε με φόβο, λαμβάνοντας αυθαίρετες αποφάσεις που επηρέαζαν τη ζωή του λαού του.
03

δεσποτικός, τυραννικός

ruled by or characteristic of a despot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store