despot
des
ˈdɛs
des
pot
pɒt
pot
depot

Ορισμός και σημασία του "despot"στα αγγλικά

01

δεσπότης, τύραννος

a cruel ruler with absolute power 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
despots
Παραδείγματα
Citizens lived in fear under the despot’s regime, knowing that disobedience would be harshly punished. 

Οι πολίτες ζούσαν με φόβο υπό το καθεστώς του δεσπότη, γνωρίζοντας ότι η ανυπακοή θα τιμωρούνταν αυστηρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

despotic
despotism
despot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store