Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Despot
01
δεσπότης, τύραννος
a cruel ruler with absolute power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
despots
Παραδείγματα
Citizens lived in fear under the despot’s regime, knowing that disobedience would be harshly punished.
Οι πολίτες ζούσαν με φόβο υπό το καθεστώς του δεσπότη, γνωρίζοντας ότι η ανυπακοή θα τιμωρούνταν αυστηρά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
despotic
despotism
despot



























