Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Despondency
01
απογοήτευση, απελπισία
the state of being unhappy and despairing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
In the depths of his despondency, he struggled to find a reason to get out of bed each morning.
Στα βάθη της απελπισίας του, αγωνιζόταν να βρει έναν λόγο να σηκωθεί από το κρεβάτι κάθε πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
despondency
despondence
despond



























