despair
des
ˈdɪs
dis
pair
peə
pe
prepareensnareastaireupstair

Ορισμός και σημασία του "despair"στα αγγλικά

01

απελπισία

a feeling of total hopelessness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
despairs
Παραδείγματα
He was in despair after losing his job. 

Ήταν στην απελπισία μετά την απώλεια της δουλειάς του.

02

απελπισία

a state in which all hope is lost or absent 
to despair
01

απελπίζομαι

to fail to keep hope 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
despair
γ΄ ενικό πρόσωπο
despairs
ενεστώτα μετοχή
despairing
απλός αόριστος
despaired
παθητική μετοχή
despaired
Παραδείγματα
He despaired about finding a job in such a competitive market. 

Απελπίστηκε να βρει δουλειά σε μια τόσο ανταγωνιστική αγορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store