Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Despair
01
απελπισία
a feeling of total hopelessness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Their despair was visible after the team lost the match.
Η απελπισία τους ήταν ορατή αφού η ομάδα έχασε τον αγώνα.
02
απελπισία
a state in which all hope is lost or absent
to despair
01
απελπίζομαι
to fail to keep hope
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
despair
γ΄ ενικό πρόσωπο
despairs
ενεστώτα μετοχή
despairing
απλός αόριστος
despaired
παθητική μετοχή
despaired
Παραδείγματα
They despaired when their team conceded the winning goal in the final minutes of the game.
Απελπίστηκαν όταν η ομάδα τους δέχτηκε το νικητήριο γκολ στα τελευταία λεπτά του παιχνιδιού.



























