Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deserted
01
ερημικός, εγκαταλειμμένος
(of a place) empty or devoid of people, activity, or signs of life
Παραδείγματα
He explored the deserted ruins of the ancient city, imagining its former glory.
Εξερεύνησε τα ερημωμένα ερείπια της αρχαίας πόλης, φανταζόμενος την πρώην δόξα της.
02
εγκαταλελειμμένος, έρημος
(of a person or thing) having been left alone or abandoned by others
Παραδείγματα
He stood at the airport, deserted by the friend who promised to pick him up.
Στάθηκε στο αεροδρόμιο, εγκαταλειμμένος από τον φίλο που υποσχέθηκε να τον πάρει.
Λεξικό Δέντρο
deserted
desert



























