deserted
Pronunciation
/dɪˈzɝtɪd/

Ορισμός και σημασία του "deserted"στα αγγλικά

01

ερημικός, εγκαταλειμμένος

(of a place) empty or devoid of people, activity, or signs of life
deserted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deserted
συγκριτικός βαθμός
more deserted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He explored the deserted ruins of the ancient city, imagining its former glory.
Εξερεύνησε τα ερημωμένα ερείπια της αρχαίας πόλης, φανταζόμενος την πρώην δόξα της.
02

εγκαταλελειμμένος, έρημος

(of a person or thing) having been left alone or abandoned by others
deserted definition and meaning
Παραδείγματα
He stood at the airport, deserted by the friend who promised to pick him up.
Στάθηκε στο αεροδρόμιο, εγκαταλειμμένος από τον φίλο που υποσχέθηκε να τον πάρει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store