Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deregulate
01
απορρυθμίζω, εκσυγχρονίζω
to remove or reduce regulations or restrictions on a particular industry or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deregulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deregulates
ενεστώτα μετοχή
deregulating
απλός αόριστος
deregulated
παθητική μετοχή
deregulated
Παραδείγματα
Critics of deregulation warn that it can lead to monopolistic practices and exploitation of consumers if not implemented carefully.
Οι κριτικοί της απορρύθμισης προειδοποιούν ότι μπορεί να οδηγήσει σε μονοπωλικές πρακτικές και εκμετάλλευση των καταναλωτών εάν δεν εφαρμοστεί προσεκτικά.
Λεξικό Δέντρο
deregulate
regulate
regul



























