Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deregulate
01
απορρυθμίζω, εκσυγχρονίζω
to remove or reduce regulations or restrictions on a particular industry or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deregulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deregulates
ενεστώτα μετοχή
deregulating
απλός αόριστος
deregulated
παθητική μετοχή
deregulated
Παραδείγματα
The government decided to deregulate the telecommunications industry to promote competition and innovation.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να καταργήσει τους κανονισμούς στην τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία για να προωθήσει τον ανταγωνισμό και την καινοτομία.
Λεξικό Δέντρο
deregulate
regulate
regul



























