to deregulate
de
di:
di
re
ˈrɛ
re
gu
gjʊ
gyoo
late
leɪt
leit
regulate

Ορισμός και σημασία του "deregulate"στα αγγλικά

to deregulate
01

απορρυθμίζω, εκσυγχρονίζω

to remove or reduce regulations or restrictions on a particular industry or activity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deregulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deregulates
ενεστώτα μετοχή
deregulating
απλός αόριστος
deregulated
παθητική μετοχή
deregulated
Παραδείγματα
The government decided to deregulate the telecommunications industry to promote competition and innovation. 

Η κυβέρνηση αποφάσισε να καταργήσει τους κανονισμούς στην τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία για να προωθήσει τον ανταγωνισμό και την καινοτομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deregulate
regulate
regul
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store