Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to derail
01
ξεrails, βγαίνω από τις ράγες
(of a train) to accidentally go off the tracks
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
derail
γ΄ ενικό πρόσωπο
derails
ενεστώτα μετοχή
derailing
απλός αόριστος
derailed
παθητική μετοχή
derailed
Παραδείγματα
A freight train carrying goods derailed in a remote area.
Ένα τρένο φορτίου που μετέφερε αγαθά βγήκε από τις ράγες σε μια απομακρυσμένη περιοχή.
02
ξεrails, προκαλώ ξέrails
to cause a train or vehicle to leave its tracks
Transitive: to derail a train
Παραδείγματα
A collision with a fallen tree on the tracks unexpectedly derailed a freight locomotive
Μια σύγκρουση με ένα πεσμένο δέντρο στις ράγες ξέβγαλε απροσδόκητα μια ατμομηχανή εμπορευμάτων.
Λεξικό Δέντρο
derailment
derail
rail



























