Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to derail
01
ξεrails, βγαίνω από τις ράγες
(of a train) to accidentally go off the tracks
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
derail
γ΄ ενικό πρόσωπο
derails
ενεστώτα μετοχή
derailing
απλός αόριστος
derailed
παθητική μετοχή
derailed
Παραδείγματα
The heavy rain and slippery tracks led to a tragic incident as the express train derailed.
Η καταρρακτώδης βροχή και οι ολισθηρές ράγες οδήγησαν σε ένα τραγικό περιστατικό όταν το υπεραστικό τρένο ξεχάλασε.
02
ξεrails, προκαλώ ξέrails
to cause a train or vehicle to leave its tracks
Transitive: to derail a train
Παραδείγματα
Authorities investigated an attempted act of sabotage that derailed a passenger train.
Οι αρχές διερεύνησαν μια απόπειρα πράξης σαμποτάζ που ξετράκαρε ένα επιβατικό τρένο.
Λεξικό Δέντρο
derailment
derail
rail



























