Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deprived
01
στερημένος, ανέχομενος
lacking the basic necessities of life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deprived
συγκριτικός βαθμός
more deprived
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
socioeconomic, well-being, society
Παραδείγματα
The deprived children lacked access to proper nutrition and education.
Τα στερημένα παιδιά δεν είχαν πρόσβαση σε κατάλληλη διατροφή και εκπαίδευση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
deprived
deprive



























