Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depressing
01
καταθλιπτικός, θλιμμένος
making one feel sad and hopeless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most depressing
συγκριτικός βαθμός
more depressing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His depressing attitude made it hard to stay positive.
Η καταθλιπτική του συμπεριφορά έκανε δύσκολο να παραμείνει κανείς θετικός.
02
καταθλιπτικός, αποθαρρυντικός
causing a reduction in economic activity or growth
Παραδείγματα
The economic downturn had a depressing effect on the housing market.
Η οικονομική ύφεση είχε μια καταθλιπτική επίδραση στην αγορά ακινήτων.
Λεξικό Δέντρο
depressingly
depressing
depress



























