Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Depletion
01
εξάντληση, μείωση
the reduction or exhaustion of a resource, supply, or quantity, resulting in a decrease or loss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
εξάντληση, μείωση
the state of being depleted
Λεξικό Δέντρο
depletion
deplete



























