to depend on
de
di
pend
ˈpɛnd
pend
on
ɒn
on
depend upon

Ορισμός και σημασία του "depend on"στα αγγλικά

to depend on
01

εξαρτώμαι από, καθορίζομαι από

to be determined or affected by something else 
Transitive: to depend on sth
to depend on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
depend
ενεστώτας
depend on
γ΄ ενικό πρόσωπο
depends on
ενεστώτα μετοχή
depending on
απλός αόριστος
depended on
παθητική μετοχή
depended on
Παραδείγματα
The success of a startup company can depend on securing funding, market demand, and effective marketing strategies. 

Η επιτυχία μιας νεοφυούς επιχείρησης μπορεί να εξαρτάται από την εξασφάλιση χρηματοδότησης, τη ζήτηση της αγοράς και αποτελεσματικές στρατηγικές μάρκετινγκ.

02

βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι

to have confidence or trust in someone or something 
Transitive: to depend on sb
to depend on definition and meaning
Παραδείγματα
In times of uncertainty, you can depend on your family. 

Σε καιρούς αβεβαιότητας, μπορείτε να βασιστείτε στην οικογένειά σας.

03

εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε

to require someone or something for support, maintenance, help, etc. 
Transitive: to depend on sth
Παραδείγματα
Many small businesses depend on loyal customers to survive in a competitive market. 

Πολλές μικρές επιχειρήσεις εξαρτώνται από πιστούς πελάτες για να επιβιώσουν σε ένα ανταγωνιστικό αγορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store