demoralizing
de
di:
ντι
mo
μο
ra
ρα
li
laɪ
λαι
zing
zɪng
ζινγκ
moralizing
demoralising

Ορισμός και σημασία του "demoralizing"στα αγγλικά

demoralizing
01

αποθαρρυντικός

causing a loss of confidence, hope, or enthusiasm 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demoralizing
συγκριτικός βαθμός
more demoralizing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, psychology, experience
Παραδείγματα
The team's demoralizing defeat in the championship game left players disheartened. 

Η αποθαρρυντική ήττα της ομάδας στον αγώνα πρωταθλήματος άφησε τους παίκτες αποθαρρυμένους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

demoralizing
demoralize
moralize
moral
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store