Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demonstrably
01
αποδεικνύεται, με τρόπο που μπορεί να αποδειχθεί
in a way that can be clearly shown or proven
Παραδείγματα
The success of the new product was demonstrably evident in increased sales.
Η επιτυχία του νέου προϊόντος ήταν αποδεικνύεται εμφανής στην αύξηση των πωλήσεων.
Λεξικό Δέντρο
demonstrably
demonstrable
demonstr



























