Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demonetize
01
απονομισματοποιώ, ανακηρύσσω άκυρο για συναλλαγές
to cease to use something as a legal currency or declare it invalid for transactions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demonetize
γ΄ ενικό πρόσωπο
demonetizes
ενεστώτα μετοχή
demonetizing
απλός αόριστος
demonetized
παθητική μετοχή
demonetized
Παραδείγματα
Digital payment systems aim to gradually demonetize cash transactions for convenience and security.
Τα ψηφιακά συστήματα πληρωμής στοχεύουν στη σταδιακή απονομισματοποίηση των συναλλαγών μετρητών για ευκολία και ασφάλεια.



























