Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demonetize
01
απονομισματοποιώ, ανακηρύσσω άκυρο για συναλλαγές
to cease to use something as a legal currency or declare it invalid for transactions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demonetize
γ΄ ενικό πρόσωπο
demonetizes
ενεστώτα μετοχή
demonetizing
απλός αόριστος
demonetized
παθητική μετοχή
demonetized
Παραδείγματα
The company decided to demonetize its old gift cards to introduce a new, updated system.
Η εταιρεία αποφάσισε να απονομισματοποιήσει τις παλιές της κάρτες δώρων για να εισαγάγει ένα νέο, ενημερωμένο σύστημα.



























