demon
de
ˈdi:
di
mon
mən
mēn
daemondamon

Ορισμός και σημασία του "demon"στα αγγλικά

01

δαίμονας, κακό πνεύμα

an evil supernatural creature 
demon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
demons
Παραδείγματα
The old legend spoke of a demon that haunted the abandoned house at the edge of town. 

Ο παλιός θρύλος μιλούσε για έναν δαίμονα που στοίχειωνε το εγκαταλειμμένο σπίτι στην άκρη της πόλης.

02

δαίμονας, τέρας

a cruel, vicious, or inhuman person 
Παραδείγματα
The criminal was a demon in the eyes of the victims. 

Ο εγκληματίας ήταν ένας δαίμονας στα μάτια των θυμάτων.

03

δαίμονας, άσσος

someone extremely diligent, energetic, or skillful 
Παραδείγματα
He's a demon at solving equations. 

Είναι δαίμονας στην επίλυση εξισώσεων.

Λεξικό Δέντρο

demoniac
demonic
demonism
demon
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store