Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Demon
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
demons
Παραδείγματα
The old legend spoke of a demon that haunted the abandoned house at the edge of town.
Ο παλιός θρύλος μιλούσε για έναν δαίμονα που στοίχειωνε το εγκαταλειμμένο σπίτι στην άκρη της πόλης.
02
δαίμονας, τέρας
a cruel, vicious, or inhuman person
Παραδείγματα
The criminal was a demon in the eyes of the victims.
Ο εγκληματίας ήταν ένας δαίμονας στα μάτια των θυμάτων.
03
δαίμονας, άσσος
someone extremely diligent, energetic, or skillful
Παραδείγματα
He's a demon at solving equations.
Είναι δαίμονας στην επίλυση εξισώσεων.
Λεξικό Δέντρο
demoniac
demonic
demonism
demon



























