Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Demise
01
τέλος, πτώση
the end or failure of something, such as an organization, system, or life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company's demise was caused by poor management decisions.
Ο θάνατος της εταιρείας προκλήθηκε από κακές αποφάσεις διαχείρισης.
Παραδείγματα
The sudden demise of the beloved author left her fans in mourning and her literary legacy in question.
Ο ξαφνικός θάνατος της αγαπημένης συγγραφέως άφησε τους θαυμαστές της σε πένθος και τη λογοτεχνική της κληρονομιά υπό αμφισβήτηση.
to demise
01
μεταβιβάζω μέσω μίσθωσης ή διαθήκης, κληροδοτώ μέσω μίσθωσης ή διαθήκης
transfer by a lease or by a will
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demise
γ΄ ενικό πρόσωπο
demises
ενεστώτα μετοχή
demising
απλός αόριστος
demised
παθητική μετοχή
demised



























